to gawk
gawk
gɔ:k
gawk
hawkcalksaukstalk

Ορισμός και σημασία του "gawk"στα αγγλικά

to gawk
01

κοιτάζω χαζά, χαζεύω

to stare openly and foolishly 
Intransitive: to gawk | to gawk at sth
to gawk definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gawk
γ΄ ενικό πρόσωπο
gawks
ενεστώτα μετοχή
gawking
απλός αόριστος
gawked
παθητική μετοχή
gawked
Παραδείγματα
As the magician performed his tricks, the children gawked in amazement. 

Καθώς ο μάγος έκανε τα κόλπα του, τα παιδιά κοιτάζονταν ηλίθια με κατάπληξη.

01

ένας αδέξιος ηλίθιος, ένας αμήχανος βλάκας

an awkward stupid person 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gawks
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store