Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gawp
01
κοιτάζω με ανοιχτό στόμα, παρατηρώ με κατάπληξη
to stare in surprise or wonder with one's mouth open
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gawp
γ΄ ενικό πρόσωπο
gawps
ενεστώτα μετοχή
gawping
απλός αόριστος
gawped
παθητική μετοχή
gawped



























