gatepost
gate
ˈgeɪt
γκειτ
post
pəʊst
πεουστ

Ορισμός και σημασία του "gatepost"στα αγγλικά

01

κολώνα πύλης, στύλος πύλης

a sturdy upright post or pillar that serves as a support or anchor for a gate 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gateposts
Παραδείγματα
The wrought-iron gate was attached to sturdy stone gateposts. 

Η πόρτα από σφυρηλατημένο σίδερο ήταν στερεωμένη σε στέρεους πέτρινους πυλώνες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

gatepost

gate

+

post

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store