to garner
Pronunciation
/ˈɡɑɹnɝ/

Ορισμός και σημασία του "garner"στα αγγλικά

to garner
01

συλλέγω, συσσωρεύω

to collect various things, like information, objects, etc.
Transitive: to garner sth
to garner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
garner
γ΄ ενικό πρόσωπο
garners
ενεστώτα μετοχή
garnering
απλός αόριστος
garnered
παθητική μετοχή
garnered
Παραδείγματα
They garnered evidence to support their legal case.
Συγκέντρωσαν αποδεικτικά στοιχεία για να υποστηρίξουν τη νομική τους υπόθεση.
02

αποκτώ, κερδίζω

to obtain or earn something desired or needed, typically through effort or skill
Transitive: to garner something desired
Παραδείγματα
The author 's latest book garnered critical acclaim and several awards.
Το τελευταίο βιβλίο του συγγραφέα κέρδισε επαίνους από τους κριτικούς και πολλά βραβεία.
03

συγκεντρώνω, αποθηκεύω

to collect and save something for future use
Transitive: to garner a resource
Παραδείγματα
The company garnered funds to launch its new product.
Η εταιρεία σύλλεξε κεφάλαια για την κυκλοφορία του νέου της προϊόντος.
01

σιτοφυλάκιο, σιλό

a storehouse for threshed grain or animal feed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
garners
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store