Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to garner
01
συλλέγω, συσσωρεύω
to collect various things, like information, objects, etc.
Transitive: to garner sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
garner
γ΄ ενικό πρόσωπο
garners
ενεστώτα μετοχή
garnering
απλός αόριστος
garnered
παθητική μετοχή
garnered
Παραδείγματα
The charity event garnered a significant amount of donations, which will go towards helping those in need.
Η φιλανθρωπική εκδήλωση σύλλεξε ένα σημαντικό ποσό δωρεών, το οποίο θα διατεθεί για βοήθεια στους αναξιοπαθούντες.
02
αποκτώ, κερδίζω
to obtain or earn something desired or needed, typically through effort or skill
Transitive: to garner something desired
Παραδείγματα
She garnered support from the community for her environmental initiative.
Κέρδισε την υποστήριξη της κοινότητας για την περιβαλλοντική της πρωτοβουλία.
03
συγκεντρώνω, αποθηκεύω
to collect and save something for future use
Transitive: to garner a resource
Παραδείγματα
The farmer garnered enough wheat to last through the winter.
Ο αγρότης σύλλεξε αρκετό σιτάρι για να διαρκέσει όλο τον χειμώνα.
Garner
01
σιτοφυλάκιο, σιλό
a storehouse for threshed grain or animal feed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
garners



























