to garner
gar
ˈgɑ:
gaa
ner
gainergarter

Ορισμός και σημασία του "garner"στα αγγλικά

to garner
01

συλλέγω, συσσωρεύω

to collect various things, like information, objects, etc. 
Transitive: to garner sth
to garner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
garner
γ΄ ενικό πρόσωπο
garners
ενεστώτα μετοχή
garnering
απλός αόριστος
garnered
παθητική μετοχή
garnered
Παραδείγματα
The charity event garnered a significant amount of donations, which will go towards helping those in need. 

Η φιλανθρωπική εκδήλωση σύλλεξε ένα σημαντικό ποσό δωρεών, το οποίο θα διατεθεί για βοήθεια στους αναξιοπαθούντες.

02

αποκτώ, κερδίζω

to obtain or earn something desired or needed, typically through effort or skill 
Transitive: to garner something desired
Παραδείγματα
She garnered support from the community for her environmental initiative. 

Κέρδισε την υποστήριξη της κοινότητας για την περιβαλλοντική της πρωτοβουλία.

03

συγκεντρώνω, αποθηκεύω

to collect and save something for future use 
Transitive: to garner a resource
Παραδείγματα
The farmer garnered enough wheat to last through the winter. 

Ο αγρότης σύλλεξε αρκετό σιτάρι για να διαρκέσει όλο τον χειμώνα.

01

σιτοφυλάκιο, σιλό

a storehouse for threshed grain or animal feed 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
garners
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store