Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
garbled
01
παραμορφωμένος, μπερδεμένος
mixed up or distorted, often making it difficult to understand the original meaning or message
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most garbled
συγκριτικός βαθμός
more garbled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The message was garbled, making it impossible to determine what he meant.
Το μήνυμα ήταν μπερδεμένο, καθιστώντας αδύνατο τον προσδιορισμό του τι εννοούσε.
Λεξικό Δέντρο
garbled
garble



























