to gape
gape
geɪp
geip
grape

Ορισμός και σημασία του "gape"στα αγγλικά

to gape
01

κοιτάω με ανοιχτό στόμα, μένω με ανοιχτό στόμα

to stare with one's mouth open in amazement or wonder 
Intransitive: to gape | to gape at sth
to gape definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gape
γ΄ ενικό πρόσωπο
gapes
ενεστώτα μετοχή
gaping
απλός αόριστος
gaped
παθητική μετοχή
gaped
Παραδείγματα
Right now, I am gaping at the impressive acrobatics of the circus performers. 

Αυτή τη στιγμή, κοιτάζω με ανοιχτό στόμα τις εντυπωσιακές ακροβατικές των καλλιτεχνών του τσίρκου.

02

χασμουριέμαι, είμαι ανοιχτός

(of an opening or gap) to be or become open 
Intransitive
Παραδείγματα
The old bridge had started to deteriorate, causing its wooden planks to gape. 

Η παλιά γέφυρα είχε αρχίσει να υποβαθμίζεται, προκαλώντας άνοιγμα των ξύλινων σανίδων της.

01

ανοιχτόστoμα βλέμμα, κατάπληξη

a stare of amazement (usually with the mouth open) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gapes
02

ανοιχτό στόμα, κατάπληκτο βλέμμα

an expression of openmouthed astonishment 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store