Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gape
01
κοιτάω με ανοιχτό στόμα, μένω με ανοιχτό στόμα
to stare with one's mouth open in amazement or wonder
Intransitive: to gape | to gape at sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gape
γ΄ ενικό πρόσωπο
gapes
ενεστώτα μετοχή
gaping
απλός αόριστος
gaped
παθητική μετοχή
gaped
Παραδείγματα
The tourists gaped at the towering skyscrapers of the city, amazed by their size and grandeur.
Οι τουρίστες κοιτάζουν με ανοιχτό στόμα τους επιβλητικούς ουρανοξύστες της πόλης, έκπληκτοι από το μέγεθος και τη μεγαλοπρέπειά τους.
02
χασμουριέμαι, είμαι ανοιχτός
(of an opening or gap) to be or become open
Intransitive
Παραδείγματα
With a creak, the old chest 's lid gaped open, revealing its hidden treasures.
Με ένα τρίξιμο, το καπάκι του παλιού σεντούκι άνοιξε διάπλατα, αποκαλύπτοντας τους κρυμμένους θησαυρούς του.
Gape
01
ανοιχτόστoμα βλέμμα, κατάπληξη
a stare of amazement (usually with the mouth open)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gapes
02
ανοιχτό στόμα, κατάπληκτο βλέμμα
an expression of openmouthed astonishment



























