Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gang up
01
συμμαχώ εναντίον, συνωμοτώ
to form a group, typically to confront, hurt, or oppose a particular individual or group
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
gang
ενεστώτας
gang up
γ΄ ενικό πρόσωπο
gangs up
ενεστώτα μετοχή
ganging up
απλός αόριστος
ganged up
παθητική μετοχή
ganged up
Παραδείγματα
The rival teams decided to gang up on the defending champions, hoping to defeat them.
Οι αντίπαλες ομάδες αποφάσισαν να ενωθούν εναντίον των υπερασπιστών του τίτλου, ελπίζοντας να τους νικήσουν.



























