Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gamble
01
παίζω, στοιχηματίζω
to do something risky that may result in a loss or failure, hoping to achieve what one wants
Intransitive: to gamble on sth
Transitive: to gamble sth on a likely success
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
gamble
γ΄ ενικό πρόσωπο
gambles
ενεστώτα μετοχή
gambling
απλός αόριστος
gambled
παθητική μετοχή
gambled
Παραδείγματα
She decided to gamble on a new business idea, even though the market was unpredictable.
Αποφάσισε να παίξει με μια νέα επιχειρηματική ιδέα, παρόλο που η αγορά ήταν απρόβλεπτη.
1.1
παίζω τυχερά παιχνίδια, στοιχηματίζω
to take part in games of chance or betting, involving money, hoping to win more in return
Intransitive: to gamble | to gamble on sth
Παραδείγματα
Some individuals enjoy visiting casinos to gamble on various games.
Μερικοί άνθρωποι απολαμβάνουν να επισκέπτονται καζίνο για να παίζουν σε διάφορα παιχνίδια.
Gamble
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gambles
Παραδείγματα
Investing all his savings in the startup was a huge gamble, but it paid off when the company became successful.
Η επένδυση όλων των οικονομιών του στο startup ήταν ένα τεράστιο ρίσκο, αλλά απέδωσε όταν η εταιρεία πέτυχε.
02
στοίχημα, ρίσκο
money or stake that is risked in the hope of gaining a financial reward
Παραδείγματα
He lost a large gamble at the poker table.
Έχασε ένα μεγάλο στοίχημα στο τραπέζι πόκερ.
Λεξικό Δέντρο
gambler
gambling
gamble



























