Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Galosh
01
γαλότσα, λαστιχένιο παπούτσι
a rubber-made overshoe that is waterproof and is worn in snow or slush
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
galoshes



























