galosh
ga
γκα
losh
ˈlɒʃ
λοσ
golosh

Ορισμός και σημασία του "galosh"στα αγγλικά

01

γαλότσα, λαστιχένιο παπούτσι

a rubber-made overshoe that is waterproof and is worn in snow or slush 
galosh definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
galoshes

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store