gaffer
ga
ˈgæ
γκαι
ffer
fər
φαρ
/ɡˈæfɐ/

Ορισμός και σημασία του "gaffer"στα αγγλικά

01

επιτηρητής, προϊστάμενος

a person who exercises control over workers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gaffers
02

ηλικιωμένος άνδρας, γέρος

an elderly man
03

επικεφαλής ηλεκτρολόγος, υπεύθυνος φωτισμού

the head electrician who is responsible for the lighting in a motion picture or television production
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store