Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Futon
01
φουτόν, ιαπωνικό στρώμα
an original Japanese mattress, that can be used as a bed for sleeping on or as a sofa for sitting on
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
futons



























