Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fustian
01
φουστάνι, ανθεκτικό βαμβακερό ύφασμα
a durable cotton fabric with a slight nap or pile on the surface, originally made in the Middle Ages in Europe
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fustians
02
επίδειξη, μεγαλοποιημένη ομιλία
extravagant and pretentious behavior, talk, or writing
LanGeek



























