Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to furl
01
τυλίγω, κουλουριάζω
form into a cylinder by rolling
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
furl
γ΄ ενικό πρόσωπο
furls
ενεστώτα μετοχή
furling
απλός αόριστος
furled
παθητική μετοχή
furled



























