funeral
fu
ˈfju:
fyoo
ne
ral
rəl
rēl
funereal

Ορισμός και σημασία του "funeral"στα αγγλικά

01

κηδεία, ταφή

a religious ceremony in which people bury or cremate a dead person 
funeral definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
funerals
Παραδείγματα
The funeral was held at the church where she had been an active member for many years. 

Η κηδεία πραγματοποιήθηκε στην εκκλησία όπου ήταν ενεργό μέλος για πολλά χρόνια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store