funded
fun
ˈfʌn
fan
ded
dɪd
did

Ορισμός και σημασία του "funded"στα αγγλικά

01

χρηματοδοτούμενος

furnished with funds 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most funded
συγκριτικός βαθμός
more funded
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
finance, projects, resources

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unfunded
funded
fund
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store