Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Funambulist
01
σχοινάτσας, ισορροπιστής
a performer who specializes in walking or performing acrobatic feats on a tightrope or slackline, often at great heights
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
funambulists
Παραδείγματα
The funambulist captivated the audience with their daring tightrope walk across the high wire.
Ο σχοινοβάτης γοήτευσε το κοινό με την τολμηρή του βάδιση στο σχοινί σε μεγάλο ύψος.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
funambulist
funambul



























