Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
full-length
01
πλήρους μήκους, πλήρης
representing or accommodating the entire length
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
1.1
μακρύ, πλήρους μήκους
(of a piece of clothing) extending to the entire length of the body part it is designed for
Παραδείγματα
She wore a full-length gown that flowed gracefully to the floor.
Φορούσε ένα μακρύ φόρεμα που κυλούσε με χάρη μέχρι το πάτωμα.
02
πλήρης, ολοκληρωμένος
complete



























