full-length
full
fʊl
φουλ
length
lɛngθ
λενγκθ

Ορισμός και σημασία του "full-length"στα αγγλικά

full-length
01

πλήρους μήκους, πλήρης

representing or accommodating the entire length 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
media, measurement, format
1.1

μακρύ, πλήρους μήκους

(of a piece of clothing) extending to the entire length of the body part it is designed for 
Παραδείγματα
She wore a full-length gown that flowed gracefully to the floor. 

Φορούσε ένα μακρύ φόρεμα που κυλούσε με χάρη μέχρι το πάτωμα.

02

πλήρης, ολοκληρωμένος

complete 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store