Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fulfillment
01
εκπλήρωση, ικανοποίηση
a feeling of happiness when one's needs are satisfied
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His dedication to his family gave him a profound feeling of fulfillment.
Η αφοσίωσή του στην οικογένειά του του έδωσε μια βαθιά αίσθηση εκπλήρωσης.
02
εκπλήρωση, πραγματοποίηση
the act of doing something that one had intended or promised to do
Λεξικό Δέντρο
unfulfillment
fulfillment
fulfill



























