fulfillment
ful
fʊl
fool
fill
ˈfɪl
fil
ment
mənt
mēnt
distillmentinstillmentinstilment
fulfilment

Ορισμός και σημασία του "fulfillment"στα αγγλικά

01

εκπλήρωση, ικανοποίηση

a feeling of happiness when one's needs are satisfied 
fulfillment definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fulfillments
Παραδείγματα
She found great fulfillment in helping others through her volunteer work. 

Βρήκε μεγάλη ικανοποίηση στο να βοηθάει τους άλλους μέσα από την εθελοντική της εργασία.

02

εκπλήρωση, πραγματοποίηση

the act of doing something that one had intended or promised to do 

Λεξικό Δέντρο

unfulfillment
fulfillment
fulfill
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store