fuck-up
fuck
fʌk
fak
up
ʌp
ap
stuck-up
fuckup

Ορισμός και σημασία του "fuck-up"στα αγγλικά

01

μεγάλο λάθος, καταστροφή

a serious or disastrous mistake 
Dialectamerican flagAmerican
fuck-up definition and meaning
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fuckups
Παραδείγματα
Forgetting the tickets was a major fuck-up on my part. 

Το να ξεχάσω τα εισιτήρια ήταν ένα μεγάλο fuck-up από μέρους μου.

02

ένας ανίκανος, ένας αποτυχημένος

a person who habitually makes mistakes or fails 
fuck-up definition and meaning
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
He's a reliable fuck-up always late and unprepared. 

Είναι ένας αξιόπιστος αποτυχημένος – πάντα αργεί και είναι απροετοίμαστος.

03

ένας αποτυχημένος, ένα σπασμένο άτομο

a person who is mentally or emotionally damaged or dysfunctional 
Dialectamerican flagAmerican
fuck-up definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
Years of combat left him a total fuck-up who couldn't hold a job. 

Χρόνια μάχης τον άφησαν έναν ολοκληρωτικό αποτυχημένο που δεν μπορούσε να κρατήσει δουλειά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store