Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
frustrated
01
απογοητευμένος, εξοργισμένος
feeling upset or annoyed due to being unable to do or achieve something
Παραδείγματα
She felt frustrated after spending hours trying to fix the broken computer.
Ένιωσε απογοητευμένη αφού πέρασε ώρες προσπαθώντας να φτιάξει τον χαλασμένο υπολογιστή.
02
απογοητευμένος, εκνευρισμένος
(of a person) incapable of achieving success in a specific profession
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most frustrated
συγκριτικός βαθμός
more frustrated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was a frustrated musician working as a bank clerk.
Ήταν ένας απογοητευμένος μουσικός που εργαζόταν ως τραπεζικός υπάλληλος.
Λεξικό Δέντρο
frustrated
frustrate
frustr



























