frumpy
frum
ˈfrʌm
fram
py
pi
pi
grumpyjumpylumpybumpy

Ορισμός και σημασία του "frumpy"στα αγγλικά

01

ξεπερασμένος, ατημέλητος

unfashionable, outdated, and unattractive, often giving a sloppy appearance 
frumpy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
frumpiest
συγκριτικός βαθμός
frumpier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt frumpy in her oversized sweater and baggy jeans. 

Αισθάνθηκε ξεπερασμένη στο υπερμεγέθης πουλόβερ της και τα φαρδιά τζιν.

Λεξικό Δέντρο

frumpily
frumpy
frump
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store