frugality
fru
fru:
φρου
ga
ˈgæ
γκαι
li
lə
λα
ty
ti
τι
lethalityunrealitybrutalitygeniality

Ορισμός και σημασία του "frugality"στα αγγλικά

01

λιτότητα, οικονομία

the careful and wise use of resources, avoiding waste or unnecessary spending 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Her frugality allowed her to save enough to buy a house. 

Η λιτότητά της της επέτρεψε να αποταμιεύσει αρκετά για να αγοράσει ένα σπίτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

frugality
frugal
frug
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store