Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to about-face
01
κάνω ελιγμό 180 μοιρών, στρίβω 180 μοίρες
turn, usually 180 degrees
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
about-face
γ΄ ενικό πρόσωπο
about-faces
ενεστώτα μετοχή
about-facing
απλός αόριστος
about-faced
παθητική μετοχή
about-faced
02
κάνω πλήρη στροφή, αλλάζω εντελώς γνώμη
change one's mind and assume the opposite viewpoint
About-face
01
ριζική αλλαγή, στροφή 180 μοιρών
a major or complete change in attitude, opinion, or behavior
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
about-faces
02
περιστροφή 180 μοιρών, απότομη αλλαγή κατεύθυνσης
act of pivoting 180 degrees, especially in a military formation



























