angioplasty
an
ˈæn
αιν
giop
ˌʤiəʊp
τζιεουπ
las
læs
λαισ
ty
ti
τι
rhinoplastypastynasty

Ορισμός και σημασία του "angioplasty"στα αγγλικά

01

αγγειοπλαστική, πλαστική αγγείων

a medical procedure that involves widening narrowed or blocked blood vessels, typically performed on arteries, to improve blood flow 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
angioplasties
Παραδείγματα
The nurse explained that angioplasty is like a highway cleanup for blood vessels. 

Η νοσοκόμα εξήγησε ότι η αγγειοπλαστική είναι σαν καθαρισμός αυτοκινητόδρομου για τα αιμοφόρα αγγεία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store