Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to frown upon
[phrase form: frown]
01
αποδοκιμάζω, κοιτάζω με αποδοκιμασία
to disapprove or express a negative opinion about something, often due to it being considered improper or socially unacceptable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
upon
βασικό ρήμα
frown
ενεστώτας
frown upon
γ΄ ενικό πρόσωπο
frowns upon
ενεστώτα μετοχή
frowning upon
απλός αόριστος
frowned upon
παθητική μετοχή
frowned upon
Παραδείγματα
In their culture, any form of self-promotion is frowned upon.
Στην κουλτούρα τους, οποιαδήποτε μορφή αυτοπροβολής δεν είναι ευπρόσδεκτη.



























