to frown upon
frown
fraʊn
frawn
u
ə
ē
pon
ˈpɒn
pon

Ορισμός και σημασία του "frown upon"στα αγγλικά

to frown upon
01

αποδοκιμάζω, κοιτάζω με αποδοκιμασία

to disapprove or express a negative opinion about something, often due to it being considered improper or socially unacceptable 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
upon
βασικό ρήμα
frown
ενεστώτας
frown upon
γ΄ ενικό πρόσωπο
frowns upon
ενεστώτα μετοχή
frowning upon
απλός αόριστος
frowned upon
παθητική μετοχή
frowned upon
Παραδείγματα
In this conservative community, they frown upon public displays of affection. 

Σε αυτήν την συντηρητική κοινότητα, δυσαρεστούνται με τις δημόσιες εκδηλώσεις τρυφερότητας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store