Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to frown
01
συνοφρυώνομαι, κατσουφιάζω
to bring your eyebrows closer together showing anger, sadness, or confusion
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
frown
γ΄ ενικό πρόσωπο
frowns
ενεστώτα μετοχή
frowning
απλός αόριστος
frowned
παθητική μετοχή
frowned
Παραδείγματα
The child frowned when told it was bedtime and she could n't stay up longer.
Το παιδί σούφρωσε τα φρύδια όταν του είπαν ότι ήταν ώρα για ύπνο και δεν μπορούσε να μείνει ξύπνιο περισσότερο.
Frown
01
συνοφρύωμα, δυσαρέσκεια
an expression on the face in which the eyebrows are brought together, creating lines above the eyes, which shows anger, worry, or disapproval
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
frowns
Παραδείγματα
Seeing her sister 's sad frown, she knew something was troubling her and offered a comforting hug.
Βλέποντας τη θλιμμένη συνοφρύωση της αδερφής της, ήξερε ότι κάτι την αναστάτωνε και της πρόσφερε μια αγκαλιά παρηγοριάς.
Λεξικό Δέντρο
frowning
frown



























