Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Frolic
01
διασκέδαση, ψυχαγωγία
gay or light-hearted recreational activity for diversion or amusement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
frolics
to frolic
01
παίζω, χαζεύω
to play or engage in lively, joyful, and often energetic or spontaneous activities
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
frolic
γ΄ ενικό πρόσωπο
frolics
ενεστώτα μετοχή
frolicking
απλός αόριστος
frolicked
παθητική μετοχή
frolicked



























