Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Frigidness
01
ψυχρότητα, απουσία θερμότητας
the absence of heat
02
ψυχρότητα, έλλειψη στοργής
a lack of affection or enthusiasm
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
frigidnesses
03
ψυχρότητα, σεξουαλική απάθεια
sexual unresponsiveness (especially of women) and inability to achieve orgasm during intercourse
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
frigidness
frigid



























