Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fresco
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
frescoes
Παραδείγματα
The cathedral's walls were adorned with magnificent frescoes depicting scenes from biblical stories, their vibrant colors still vivid after centuries.
Οι τοίχοι του καθεδρικού ναού ήταν διακοσμημένοι με μεγαλοπρεπείς τοιχογραφίες που απεικόνιζαν σκηνές από βιβλικές ιστορίες, τα ζωηρά τους χρώματα ακόμα ζωντανά μετά από αιώνες.
02
τοιχογραφία, τοιχογραφία σε νωπό γυψοκονίαμα
a mural painting created by applying water-based pigments onto freshly laid wet plaster
Παραδείγματα
The chapel's ceiling is adorned with a magnificent fresco depicting biblical scenes.
Η οροφή του παρεκκλησίου είναι διακοσμημένη με ένα μεγαλοπρεπές τοιχογραφία που απεικονίζει βιβλικές σκηνές.
to fresco
01
ζωγραφίζω νωπές τοιχογραφίες, ζωγραφίζω σε βρεγμένο γύψο
to paint on wet plaster, allowing the colors to become fixed as the plaster dries, often used in mural painting
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fresco
γ΄ ενικό πρόσωπο
frescoes
ενεστώτα μετοχή
frescoing
απλός αόριστος
frescoed
παθητική μετοχή
frescoed
Παραδείγματα
The artist frescoes the chapel walls with vibrant scenes from mythology.
Ο καλλιτέχνης τοιχογραφεί τους τοίχους του παρεκκλησίου με ζωντανές σκηνές από τη μυθολογία.



























