frequent
freq
ˈfri:k
frik
uent
wənt
vēnt

Ορισμός και σημασία του "frequent"στα αγγλικά

01

συχνός, τακτικός

done or happening regularly 
frequent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most frequent
συγκριτικός βαθμός
more frequent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She made frequent trips to the gym to maintain her fitness. 

Έκανε συχνές επισκέψεις στο γυμναστήριο για να διατηρήσει τη φυσική της κατάσταση.

02

συχνός, κοινός

common and encountered in a regular or typical manner 
Παραδείγματα
It is a frequent occurrence for heavy traffic to build up during rush hour. 

Είναι μια συχνή εμφάνιση η συσσώρευση της κυκλοφορίας κατά τις ώρες αιχμής.

03

συχνός, τακτικός

(of a person) regularly visiting or engaging with a particular place or activity 
Παραδείγματα
She is a frequent visitor to the art gallery, always attending new exhibitions. 

Είναι μια συχνή επισκέπτρια της γκαλερί τέχνης, πάντα παρευρισκόμενη σε νέες εκθέσεις.

to frequent
01

συχνάζω, επισκέπτομαι τακτικά

to go to a particular place regularly or habitually 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
frequent
γ΄ ενικό πρόσωπο
frequents
ενεστώτα μετοχή
frequenting
απλός αόριστος
frequented
παθητική μετοχή
frequented
Παραδείγματα
He used to frequent the coffee shop on the corner every morning before work. 

Συνήθιζε να επισκέπτεται συχνά την καφετέρια στη γωνία κάθε πρωί πριν από τη δουλειά.

Λεξικό Δέντρο

frequently
infrequent
frequent
frequ
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store