Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Freethinker
01
ελευθερόφρων, ανεξάρτητος στοχαστής
someone who has their own opinions, ideas, and beliefs rather than accepting other people's, especially about religion or politics
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
freethinkers
Παραδείγματα
In an age of conformity, she proudly identified as a freethinker, always striving to think for herself.
Σε μια εποχή συμμόρφωσης, αναγνωρίστηκε με περηφάνια ως ελευθεροφρόν, πάντα προσπαθώντας να σκέφτεται μόνη της.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
freethinker
free
thinker



























