Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Freemason
01
ελευθεροτέκτονας, μέλος της ελευθεροτεκτονίας
a member of an international secret society, known for its secret rituals, symbols, and fellowship
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
freemasons
Παραδείγματα
He was a dedicated freemason, always ready to offer help to his brothers in need.
Ήταν ένας αφοσιωμένος μασόνος, πάντα έτοιμος να προσφέρει βοήθεια στους αδελφούς του που βρίσκονταν σε ανάγκη.
Λεξικό Δέντρο
freemasonry
freemason
free
mason



























