Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
freakish
01
παράξενος, ανώμαλος
extremely strange or unexpected in a way that stands out
Παραδείγματα
His freakish strength allowed him to lift weights far beyond what was normal.
Η παράξενη του δύναμη του επέτρεψε να σηκώνει βάρη πολύ πέρα από το φυσιολογικό.
02
παράξενος, ανώμαλος
characteristic of a freak
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most freakish
συγκριτικός βαθμός
more freakish
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, behavior, nature
03
ευμετάβλητος, καπριτσιόζικος
changeable
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
freakishly
freakishness
freakish
freak



























