abortive
a
ə
ē
bor
ˈbɔ:
baw
tive
tɪv
tiv
ablative

Ορισμός και σημασία του "abortive"στα αγγλικά

01

αποτυχημένος, άκαρπος

failing to produce or accomplish the desired outcome 
αποδοκιμαστικό
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most abortive
συγκριτικός βαθμός
more abortive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company's abortive attempt to launch a new product resulted in financial loss. 

Η αποτυχημένη προσπάθεια της εταιρείας να κυκλοφορήσει ένα νέο προϊόν είχε ως αποτέλεσμα οικονομική απώλεια.

Λεξικό Δέντρο

abortively
abortive
abort
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store