Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abortive
01
αποτυχημένος, άκαρπος
failing to produce or accomplish the desired outcome
αποδοκιμαστικό
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most abortive
συγκριτικός βαθμός
more abortive
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
outcome, effort, evaluation
Παραδείγματα
The company's abortive attempt to launch a new product resulted in financial loss.
Η αποτυχημένη προσπάθεια της εταιρείας να κυκλοφορήσει ένα νέο προϊόν είχε ως αποτέλεσμα οικονομική απώλεια.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
abortively
abortive
abort



























