Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to frame in
01
πλαισιώνω, περικυκλώνω
enclose in or as if in a frame
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
frame
ενεστώτας
frame in
γ΄ ενικό πρόσωπο
frames in
ενεστώτα μετοχή
framing in
απλός αόριστος
framed in
παθητική μετοχή
framed in



























