frailty
frail
ˈfreɪl
freil
ty
ti
ti
frailly

Ορισμός και σημασία του "frailty"στα αγγλικά

01

αδυναμία, ευθραυστότητα

the state of being morally weak and susceptible to temptation 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
frailties
02

ευθραυστότητα, αδυναμία

the state of being physically weak, usually because of old age 
Παραδείγματα
His frailty made it difficult for him to climb the stairs. 

Η αδυναμία του έκανε δύσκολο για αυτόν να ανέβει τις σκάλες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store