Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Frailty
01
αδυναμία, ευθραυστότητα
the state of being morally weak and susceptible to temptation
02
ευθραυστότητα, αδυναμία
the state of being physically weak, usually because of old age
Παραδείγματα
Frailty is common among elderly individuals but can be managed with proper care.
Η αδυναμία είναι κοινή μεταξύ ηλικιωμένων ατόμων αλλά μπορεί να διαχειριστεί με την κατάλληλη φροντίδα.



























