Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
frail
01
εύθραυστος, αδύναμος
having a weak physical state or delicate health
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
frailest
συγκριτικός βαθμός
frailer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The frail old woman struggled to carry her groceries up the stairs.
Η εύθραυστη ηλικιωμένη γυναίκα δυσκολεύτηκε να μεταφέρει τα ψώνια της πάνω στις σκάλες.
02
εύθραυστος, αδύναμος
weak and likely to be destroyed or damaged
Παραδείγματα
The frail antique vase shattered when it tipped over.
Η εύθραυστη αντίκα βάζο έσπασε όταν ανατράπηκε.
03
αδύναμος, εύθραυστος
lacking inner strength, courage, or resilience
παλαιά χρήση
Παραδείγματα
Man's frail nature succumbs to temptation.
Η εύθραυστη φύση του ανθρώπου υποκύπτει στον πειρασμό.
Frail
01
ελαφρύ καλάθι, ελαφριά κάνιστρο
a lightweight basket traditionally used to hold dried fruit (like raisins or figs)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
frails
Παραδείγματα
The farmer carried a frail overflowing with sun-dried raisins.
Ο αγρότης κουβαλούσε ένα ελαφρύ καλάθι που ξεχείλιζε με σταφίδες ξηραμένες στον ήλιο.
02
το βάρος ενός καλαθιού γεμάτου σταφίδες ή σύκα; μεταξύ 50 και 75 λιβρών, το φορτίο ενός καλαθιού γεμάτου σταφίδες ή σύκα; μεταξύ 50 και 75 λιβρών
the weight of a frail (basket) full of raisins or figs; between 50 and 75 pounds
Λεξικό Δέντρο
frailly
frailness
frail



























