Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
foxy
01
σέξι, ερωτική
(of a woman) sexually appealing
επιδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
foxiest
συγκριτικός βαθμός
foxier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, attractiveness, sexuality
Παραδείγματα
She walked into the party in a foxy black dress that drew everyone's attention.
Μπήκε στο πάρτι με ένα σέξι μαύρο φόρεμα που τράβηξε την προσοχή όλων.
02
πανούργος, πανουργος
(of a person) sly in behavior or actions
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
Παραδείγματα
He's a foxy individual who always finds a way to get what he wants.
Είναι ένα πονηρό άτομο που βρίσκει πάντα έναν τρόπο να πάρει αυτό που θέλει.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
foxily
foxiness
foxy
fox



























