Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
foxy
01
σέξι, ερωτική
(of a woman) sexually appealing
Παραδείγματα
Her foxy smile and playful wink left a lasting impression on everyone she met.
Το σέξι χαμόγελό της και το παιχνιδιάρικο κλείσιμο του ματιού άφησαν μια διαρκής εντύπωση σε όλους όσους γνώριζε.
02
πανούργος, πανουργος
(of a person) sly in behavior or actions
Παραδείγματα
A foxy opponent can be difficult to outsmart.
Ένας πανούργος αντίπαλος μπορεί να είναι δύσκολος να ξεπεραστεί.
Λεξικό Δέντρο
foxily
foxiness
foxy
fox



























