foster parent
fos
ˈfɒs
fos
ter
pa
peə
pe
rent
rənt
rēnt

Ορισμός και σημασία του "foster parent"στα αγγλικά

01

ανάδοχος γονέας, οικογένεια φιλοξενίας

a person who takes someone else's child and raises them without legally becoming their parent 
foster parent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
foster parents
Παραδείγματα
She became a foster parent to provide a loving home for children in need. 

Έγινε ανάδοχος γονέας για να παρέχει ένα στοργικό σπίτι σε παιδιά που το χρειάζονται.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store