Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to formalize
01
επισημοποιώ, καθιστώ νομικά έγκυρο
to make something legally valid
Transitive: to formalize sth
Παραδείγματα
The committee unexpectedly formalized the new rules governing membership.
Η επιτροπή επίσημοποίησε απροσδόκητα τους νέους κανόνες που διέπουν την ιδιότητα του μέλους.
02
επισημοποιώ, τυποποιώ
to make something official, standardized, or recognized by establishing formal procedures or agreements
Transitive: to formalize sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
formalize
γ΄ ενικό πρόσωπο
formalizes
ενεστώτα μετοχή
formalizing
απλός αόριστος
formalized
παθητική μετοχή
formalized
Παραδείγματα
The organization has plans to formalize its membership structure to better serve its members.
Ο οργανισμός έχει σχέδια να επισημοποιήσει τη δομή της ιδιότητας μέλους για να εξυπηρετεί καλύτερα τα μέλη του.
Λεξικό Δέντρο
formalized
formalize
formal
form



























