Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Formality
01
τυπικότητα, τελετουργικό
a manner that strictly observes all forms and ceremonies
02
τυπικότητα
compliance with formal rules
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
03
ταξινομησιμότητα, βαθμολογησιμότητα
capable of being graded (for quality or rank or size etc.)
04
τυπικότητα
a requirement of etiquette or custom
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
informality
formality
formal
form



























