Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fork out
01
ξεχολιαστώ, πληρώσω
to reluctantly pay a significant amount of money
Transitive: to fork out an amount of money
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
fork
ενεστώτας
fork out
γ΄ ενικό πρόσωπο
forks out
ενεστώτα μετοχή
forking out
απλός αόριστος
forked out
παθητική μετοχή
forked out
Παραδείγματα
I had to fork out a substantial sum for the car repairs, and it was a financial hit.
Έπρεπε να ξεχολήσω ένα σημαντικό ποσό για τις επισκευές του αυτοκινήτου, και ήταν ένα οικονομικό χτύπημα.
02
ξεφορτώνω, παρέχω
to provide something, such as information or an item, often unwillingly as a response to a request or demand
Transitive: to fork out sth
Παραδείγματα
She refused to fork out the details of the secret project.
Αρνήθηκε να αποκαλύψει τις λεπτομέρειες του μυστικού έργου.



























