Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to forgo
01
παραιτούμαι, θυσιαζω
to do without or give up on something desirable
Transitive: to forgo something desirable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
forgo
γ΄ ενικό πρόσωπο
forgoes
ενεστώτα μετοχή
forgoing
απλός αόριστος
forwent
παθητική μετοχή
forgone
Παραδείγματα
In an effort to save money, Tom chose to forgo his daily coffee shop visits and make coffee at home.
Σε μια προσπάθεια να εξοικονομήσει χρήματα, ο Τόμ επέλεξε να παραιτηθεί από τις καθημερινές του επισκέψεις στο καφέ και να φτιάξει καφέ στο σπίτι.
02
παραιτούμαι, απέχω
to decide not to do or have something; to abstain from
Transitive: to forgo doing sth
Παραδείγματα
The athlete decided to forgo participating in the upcoming competition to focus on injury recovery.
Ο αθλητής αποφάσισε να παραιτηθεί από τη συμμετοχή στον επερχόμενο διαγωνισμό για να επικεντρωθεί στην ανάρρωση από τον τραυματισμό.
Λεξικό Δέντρο
forgoing
forgo



























