Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Forgery
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
forgeries
Παραδείγματα
The suspect was charged with forgery after he tried to cash in a fake check.
Ο ύποπτος κατηγορήθηκε για πλαστογραφία μετά την προσπάθειά του να εισπράξει ένα πλαστό τσεκ.
02
πλαστογραφία, απομίμηση
a copied item, typically made with the intent to deceive
Παραδείγματα
The document was deemed a forgery after experts examined it.
Το έγγραφο θεωρήθηκε πλαστό μετά από εξέταση από ειδικούς.
Λεξικό Δέντρο
forgery
forge



























