forested
Pronunciation
/ˈfɔɹəstəd/

Ορισμός και σημασία του "forested"στα αγγλικά

01

δασώδης, καλυμμένος με δάσος

covered with forest
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most forested
συγκριτικός βαθμός
more forested
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

unforested
forested
forest
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store