Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
forested
01
δασώδης, καλυμμένος με δάσος
covered with forest
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most forested
συγκριτικός βαθμός
more forested
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
unforested
forested
forest



























