Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Foresight
01
προνοητικότητα, προβλεπτικότητα
careful planning or provision made for the future
Παραδείγματα
His foresight in preparing backup supplies saved the team.
Η προνοητικότητά του στην προετοιμασία εφεδρικών προμηθειών έσωσε την ομάδα.
02
προνοητικότητα, μακροβιοπρόβλεψη
the ability to predict or anticipate what might happen in the future
Παραδείγματα
The scientist 's foresight predicted technological trends accurately.
Η προνοητικότητα του επιστήμονα προέβλεψε με ακρίβεια τις τεχνολογικές τάσεις.
Λεξικό Δέντρο
foresighted
foresightful
foresight
fore
sight



























