foresight
fore
ˈfɔ:
faw
sight
saɪt
sait
fortnight

Ορισμός και σημασία του "foresight"στα αγγλικά

01

προνοητικότητα, προβλεπτικότητα

careful planning or provision made for the future 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Her foresight in saving money ensured she could retire comfortably. 

Προνοητικότητα διασφάλισε ότι μπορούσε να συνταξιοδοτηθεί άνετα.

02

προνοητικότητα, μακροβιοπρόβλεψη

the ability to predict or anticipate what might happen in the future 
Παραδείγματα
His foresight allowed him to invest before the market collapsed. 

Η προνοητικότητά του του επέτρεψε να επενδύσει πριν από την κατάρρευση της αγοράς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

foresighted
foresightful
foresight

fore

+

sight

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store