Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Foresight
01
προνοητικότητα, προβλεπτικότητα
careful planning or provision made for the future
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Her foresight in saving money ensured she could retire comfortably.
Προνοητικότητα διασφάλισε ότι μπορούσε να συνταξιοδοτηθεί άνετα.
02
προνοητικότητα, μακροβιοπρόβλεψη
the ability to predict or anticipate what might happen in the future
Παραδείγματα
His foresight allowed him to invest before the market collapsed.
Η προνοητικότητά του του επέτρεψε να επενδύσει πριν από την κατάρρευση της αγοράς.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
foresighted
foresightful
foresight
fore
sight



























