Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to foreordain
01
προκαθορίζω, προορίζω
to plan something before it happens
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
foreordain
γ΄ ενικό πρόσωπο
foreordains
ενεστώτα μετοχή
foreordaining
απλός αόριστος
foreordained
παθητική μετοχή
foreordained
Παραδείγματα
Some believe that our paths are foreordained, meaning they're set before we even start.
Μερικοί πιστεύουν ότι οι δρόμοι μας είναι προκαθορισμένοι, που σημαίνει ότι έχουν καθοριστεί πριν καν ξεκινήσουμε.
02
προκαθορίζω, προορίζω
to decide in advance by a higher power or divine plan
Παραδείγματα
Many believers feel that their life's purpose is foreordained by a higher power.
Πολλοί πιστοί αισθάνονται ότι ο σκοπός της ζωής τους είναι προκαθορισμένος από μια ανώτερη δύναμη.
Λεξικό Δέντρο
foreordained
foreordain



























