Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Foreman
01
επιστάτης, προϊστάμενος
a male worker who watches over other workers and is often more experienced
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
foremen
αρσενικό ενικό
foreman
θηλυκό ενικό
forewoman
neutral form
supervisor
Παραδείγματα
The foreman oversees the workers to ensure all safety protocols are followed.
Ο επιστάτης επιβλέπει τους εργάτες για να διασφαλίσει ότι ακολουθούνται όλα τα πρωτόκολλα ασφαλείας.
02
ο επικεφαλής της κριτικής επιτροπής, ο πρόεδρος της κριτικής επιτροπής
a man who is foreperson of a jury
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
foremanship
foreman



























