foreman
fore
ˈfɔ:
φο
man
mæn
μαιν
firemanfoeman

Ορισμός και σημασία του "foreman"στα αγγλικά

01

επιστάτης, προϊστάμενος

a male worker who watches over other workers and is often more experienced 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
foremen
αρσενικό ενικό
foreman
θηλυκό ενικό
forewoman
neutral form
supervisor
Παραδείγματα
The foreman oversees the workers to ensure all safety protocols are followed. 

Ο επιστάτης επιβλέπει τους εργάτες για να διασφαλίσει ότι ακολουθούνται όλα τα πρωτόκολλα ασφαλείας.

02

ο επικεφαλής της κριτικής επιτροπής, ο πρόεδρος της κριτικής επιτροπής

a man who is foreperson of a jury 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

foremanship
foreman
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store