Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Forearm
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
forearms
Παραδείγματα
He used his forearm to block the incoming punch during the boxing match.
Χρησιμοποίησε τον πήχυ του για να μπλοκάρει το εισερχόμενο γροθιά κατά τη διάρκεια του αγώνα πυγμαχίας.
to forearm
01
προετοιμάζω, οπλίζω
arm in advance of a confrontation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
forearm
γ΄ ενικό πρόσωπο
forearms
ενεστώτα μετοχή
forearming
απλός αόριστος
forearmed
παθητική μετοχή
forearmed
Λεξικό Δέντρο
forearm
fore
arm



























