Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Forearm
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
forearms
Παραδείγματα
The tattoo artist carefully inked a beautiful design on her forearm.
Ο καλλιτέχνης τατουάζ έκανε προσεκτικά ένα όμορφο σχέδιο στο πρότερο της.
to forearm
01
προετοιμάζω, οπλίζω
arm in advance of a confrontation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
forearm
γ΄ ενικό πρόσωπο
forearms
ενεστώτα μετοχή
forearming
απλός αόριστος
forearmed
παθητική μετοχή
forearmed
Λεξικό Δέντρο
forearm
fore
arm



























