forcible
Pronunciation
/ˈfɔɹsəbəɫ/

Ορισμός και σημασία του "forcible"στα αγγλικά

01

βίαιος, επιβολής

carried out through physical force against someone's wishes or intentions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most forcible
συγκριτικός βαθμός
more forcible
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store